Τὸ ἀναπόφευκτο τῆς ἐκστρατείας κατὰ τῶν Περσῶν ἦταν δεδομένο ὡς θρησκευτικὴ πίστις ἀνάμεσα τοὺς Ἕλληνες τοῦ τετάρτου π.Χ. αἰῶνος∙ τὸ μοναδικὸ ἐμπόδιο γιὰ τὴν πραγμάτωσή της ἦταν οἱ μεταξύ τους πόλεμοι καὶ οἱ ἐμφύλιες συγκρούσεις, διότι οἱ στρατιῶτες τους ἐθεωροῦντο οἱ καλύτεροι στὸν τότε γνωστὸ κόσμο. «Δεῖ δὲ ταύτας τὰς ἐπιβουλὰς ἐκποδὼν ποιησαμένους ἐκείνοις τοῖς ἔργοις ἐπιχειρεῖν»∙ πρέπει λοιπὸν αὐτὲς τὶς μεταξύ μας συγκρούσεις νὰ τὴν ἀφήσουμε καὶ νὰ ἐπιχειρήσουμε ἐκεῖνα τὰ ἔργα. «Ἐξ ὧν τάς τε πόλεις ἀσφαλέστερον οἰκήσομεν καὶ πιστότερον διακεισόμεθα πρὸς ἡμᾶς αὐτούς»∙ μὲ τὰ ὁποῖα θὰ κατοικοῦμε ἀσφαλέστερα στὶς πόλεις, χωρὶς ἐμφυλίους σπαραγμούς, καὶ θὰ ἔχουμε σχέσεις ἐμπιστοσύνης πρὸς ἐμᾶς τοὺς ἴδιους. Οἱ παραινέσεις τοῦ Ἰσοκράτους δὲν εἶχαν ἄμεση ἀπήχηση στοὺς συμπατριῶτες του, διότι συνεχίσθηκαν οἱ ἐμφύλιοι πόλεμοι στὸν Ἑλληνισμό∙ χρειάσθηκε ἡ ἀνώτερη δύναμη τῶν Μακεδόνων, γιὰ νὰ ἐπιβάλει τὴν τάξη στὸν ἑλλαδικὸ χῶρο.