Ἡ στάση τῆς Εὐρωπαϊκῆς Ἑνώσεως στὸ θέμα τῆς Καταλωνίας θεμελιώνεται στὴν ἀντίληψη τῆς ἑνότητός της, ὡς ὁμάδα ἀνεξαρτήτων κρατῶν κι ὄχι λαῶν∙ ἄλλωστε οἱ πρωθυπουργοί τους ἔχουν ὑπογράψει τὶς σχετικὲς συνθῆκες καὶ ἔχουν ἐπικυρώσει τὰ Κοινοβούλιά τους. Ἔτσι δὲν ἀναγνωρίζει τὸ αἴτημα κάποιων ἐθνοτήτων γιὰ ἀνεξαρτησία τους, διότι πιστεύουν ὅτι ἀνήκει ἀποκλειστικὰ καὶ μόνο στὴν ἁρμοδιότητα τῶν ἐθνικῶν κρατῶν, ὅπως τὸ ἐξήγησε ὁ ἀντιπρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς στὸ Εὐρωκοινοβούλιο∙ τὸ δημοψήφισμα στὴν Καταλωνία εἶναι ἄκυρο γιὰ δύο λόγους: τὸ κήρυξε ἄκυρο τὸ Ἀνώτατο Δικαστήριο τῆς Ἱσπανίας, καὶ δὲν τηρήθηκαν οἱ βασικοὶ κανόνες διενεργείας δημοκρατικῶν ἐκλογῶν∙ ἡ τυχὸν βία τῶν Ἱσπανῶν ἀστυνομικῶν δὲν αἴρει τὴν μὴ τήρηση τῶν κανόνων. Στὴν Ἰταλία ἔγινε δημοψήφισμα γιὰ αὐτονομία στὶς ἐπαρχίες, Βενέτο καὶ Λομβαρδία, μὲ ψήφους πάνω ἀπὸ 90%∙ ἀλλὰ τὸ αἴτημα ἦταν γιὰ αὐτονομία κι ὄχι γιὰ ἀνεξαρτησία. Δὲν τὴν ὑποστήριξαν.