Ἡ περιφρόνηση ἀπ’ τὴν Ρωσία τῶν δυτικῶν ἀπειλῶν, γιὰ τὶς οἰκονομικὲς κυρώσεις ἐναντίον της, ἔχει πολλὲς ἑρμηνεῖες∙ ἡ Μόσχα αἰσθάνεται ἀσφαλὴς οἰκονομικὰ γιὰ πολλοὺς λόγους καὶ δὲν εἶναι καθόλου στὴν κατάσταση τῆς μετασοβιετικῆς ἑποχῆς∙ ἡ οἰκονομία της ἔχει ἐκσυγχρονισθεῖ ἀρκετὰ καὶ ἐπιτύχει τὴν ἀνάπτυξη τῆς βιομηχανίας της, μὲ σημαντικὲς μάλιστα ἐξαγωγὲς στὴν προηγμένη τεχνολογία, ἐνῶ ἡ ἀνατίμηση τοῦ πετρελαίου τῆς ἔχει προσφέρει 165 δις εὐρώ, πέραν ἐκείνων τοῦ φυσικοῦ ἀερίου, καὶ ἡ καθιέρωση τοῦ συστήματος Συναλλαγῶν στὰ νομίσματά τους μὲ τὴν Κίνα, ὅπως καὶ στὴν ἀποδολλαριοποίησή τους, τὴν καθιστᾶ ἀπρόσβλητη ἀπ’ τὴν ἐξαίρεση ἀπ’ τὸ δυτικὸ Swift. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος ποὺ δὲν ἐπικαλοῦνται καὶ πολὺ πλέον τὶς κυρώσεις στὴν ἀτλαντικὴ διαπλκή∙ εἶναι μετρημένες παγκοσμίως οἱ οἰκονομικὲς δυσκολίες. Τὸ σινορωσικὸ μέτωπο ἐμφανίζεται πανίσχυρο, μὲ τὶς τρίτες χῶρες προτιμᾶν τὶς συναλλαγὲς μαζί του, παρὰ μὲ τὴν ἀμερικανικὴ οἰκονομία.