Ἡ κρίση τῆς δυτικῆς οἰκονομίας, ἐξ αἰτίας τοῦ οὐκρανικοῦ πολέμου, ἀποδεικνύεται βαθύτερη τῆς προβλεπομένης πρὸ ὀλίγων ἑβδομάδων· δύο εἶναι οἱ σοβαροὶ δεῖκτες, στὴν γερμανικὴ βιομηχανία, οἱ τιμὲς φυσικοῦ ἀερίου, ποὺ εἶναι τὸ κύριο καύσιμό της, αὐξήθηκαν κατὰ 260% ἐτησίως καὶ στὶς Ἡνωμένες Πολιτεῖες ἔγιναν οἱ πρῶτες εἰσαγωγὲς 35 τόνων εὐρωπαϊκοῦ βρεφικοῦ γάλακτος, παρ’ ὅτι κάλυπτε ἡ ἐγχώριος παραγωγὴ τὸ 98% τῶν ἀναγκῶν της, ἀλλὰ διέκοψαν κάποια ἐργοστάσια τὴν λειτουργία τους, λόγῳ ἀκριβείας τῶν καυσίμων, ἐνῶ ἤδη παρουσιάζεται ἔλλειψή τους στὶς βορειοανατολικὲς πολιτεῖες. Ἡ ἀποτυχία τῆς Δύσεως στὴν ἀντιμετώπιση τῆς ρωσικῆς εἰσβολῆς, τουλάχιστον στὰ οἰκονομικά, καθίσταται λίαν ἐπώδυνη· ἐὰν μάλιστα παραταθεῖ ὁ πόλεμος, τότε οἱ συνέπειες προβλέπονται δυσαναπλήρωτες. Ἡ χρεωκοπία τῆς Ρωσίας, ἐντὸς «δύο ἑβδομάδων» δὲν ἦρθε, παρὰ ἀντιθέτως αὐξήθηκαν οἱ συναλλαγές της μὲ τοὺς Ἀναδυόμενους, ἐνῶ ἀντιθέτως ἐπιταχύνεται ἡ ἀποδολλαριοποίηση τῶν διεθνῶν συναλλαγῶν, μὲ ἐπιταχυνόμενο μάλιστα ρυθμό…