Ἡ πορεία τῆς δυτικῆς οἰκονομίας δείχνει ἀδιευκρίνιστη, καθὼς ὁ ἔλεγχος τοῦ πληθωρισμοῦ ἐπιβάλλει τὴν αὔξηση τῶν βασικῶν ἐπιτοκίων, ἀλλὰ αὐτὴ συνεπάγεται τὴν ὕφεση, μαζὶ μὲ τὴν προῖκα της· τὸ ἐνεργειακό, μὲ τὴν ἀνάδειξή του μετὰ τὸν οὐκρανικὸ πόλεμο -θὰ ἐμφανιζόταν ὁπωσδήποτε κάποτε, ἀλλὰ μὲ ἤπια μορφὴ κι ὄχι ἐκρηκτική-, ἀποτελεῖ τὴν ρίζα τοῦ κακοῦ. Ἡ ἔλλειψη συντονισμοῦ μεταξὺ Εὐρωπαίων καὶ Ἀμερικανῶν εἶναι τὸ δεύτερο, ἀλλὰ ἦταν γνωστὸ καὶ σὲ κάποιο βαθμὸ διαχειρίσιμο, καθὼς οἱ διαφορές τους πάντα κατέληγαν σὲ κάποιο συμβιβασμό· ἡ συγκυρία ὅμως ἀνέδειξε τὴν πληθώρα τῶν δυσκολιῶν τῶν βιομηχανικῶν χωρῶν, μὲ πρώτη τὸν ἀναχρονισμὸ τῆς παραγωγικῆς τους ὑποδομῆς, κυρίως στὶς Ἡνωμένες Πολιτεῖες καὶ στὴν Βρεταννία. Ἀλλά, ἡ ἀντιμετώπισή τους εἶναι πάντα πιὸ δύσκολη σὲ περιόδους κρίσεως, ποὺ συνοδεύονται κι ἀπὸ ἀδύναμες κυβερνήσεις στὶς περισσότερες χῶρες. Ἡ τόλμη κι ἡ ἀποφασιστικότης ἀπουσιάζουν, χωρὶς προοπτικὲς ἐμφανίσεώς τους.