Τὸ τρέχον Εὐρωπαϊκὸ Συμβούλιο ἀποτελεῖ τὴν χειρότερη δοκιμασία στὴν ἑβδομηκονταετῆ περίπου ἱστορία τῆς Εὐρωπαϊκῆς Ἑνώσεως· ἔχουν ἀλλάξει πολλὰ μετὰ τὸν οὐκρανικὸ πόλεμο, καθὼς οἱ μεγάλες της χῶρες ἀναζητοῦν ἑκάστη τὸν δρόμο της. Εἶναι χαρακτηριστικό, ὅτι ὁ γαλλογερμανικὸς ἄξων παραμερίσθηκε, μετὰ τὴν καθιέρωσή του πρὸ ἑξηκονταετίας ἀπ’ τοὺς Σὰρλ Ντεγκὼλ καὶ Κόνραντ Ἀντενάρουερ καὶ τὸν ὁποῖο τήρησαν εὐλαβικῶς ὅλες οἱ μετέπειτα γαλλικὲς καὶ γερμανικὲς κυβερνήσεις. Τὸ ἐνεργειακὸ εἶναι τὸ προβαλλόμενο πρόβλημα διαφορᾶς, ἀλλὰ ὑπάρχουν καὶ ἄλλα, ὅπως ὁ πολιτικὸς προσανατολισμός της καὶ ἡ διεθνής της παρουσία· ἡ ἔνταξη στὴν ἀτλαντικὴ ἀσπίδα τῆς Εὐρώπης, μὲ τὴν ἔναρξη τοῦ πολέμου καὶ τὴν ἐπιβολὴ τῶν οἰκονομικῶν καὶ ἄλλων κυρώσεων κατὰ τῆς Ρωσίας, σήμαναν τὸν διαχωρισμὸ τῆς ἠπείρου, σὲ βαθμὸ χειρότερο κι ἀπ’ τὴν ψυχροπολεμικὴ περίοδο. Ἡ ἀπεμπλοκὴ ἀπ’ τὶς δεσμεύσεις αὐτὲς οὔτε εὔκολος, οὔτε ἐπιθυμιτὴ εἶναι ἀπ’ τὴν τρικομματικὴ γερμανικὴ κυβέρνηση.