Ἡ ἀπαγόρευση τελέσεως τῆς λατρείας τῶν Οὐκρανῶν Ὀρθοδόξων στὴν ρωσικὴ γλῶσσα ἀναδεικνύεται στὸ κρίσιμο ἐσωτερικὸ πρόβλημα τῆς χώρας· οἱ Ὀρθόδοξοι ἀποτελοῦν τὰ δύο τρίτα τοῦ πληθυσμοῦ καὶ τελοῦν τὴν λατρεία τους στὴν ρωσικὴ γλῶσσα, καθὼς ἡ πλειοψηφία τους ἀρνεῖται τὴν ἀναγνώριση τῆς Οὐκρανικῆς Αὐτοκεφάλου ἐκκλησίας, ἔστω καὶ μὲ τὶς εὐλογίες τοῦ Φαναρίου, καὶ παραμένουν πιστοὶ στὸ πατριαρχεῖο τῆς Μόσχας. Ἤδη, ἡ κυβέρνηση προχώρησε στὸ κλείσιμο πολλῶν ἐκκλησιῶν καὶ μοναστηρίων, μὲ ἱστορία ἀναγόμενη στὸν ἐκχριστιανισμὸ τῶν Ρώσων στὸν ἑνδέκατο αἰῶνα· στὸ ἐσωτερικὸ τὸ πρόβλημα ἐπισκιάζει καὶ τὸν πόλεμο σὲ μεγάλο βαθμό, καθὼς στοὺς ρωσόφωνους θυμίζει τὴν ἀπαγόρευση τῆς λατρείας τους ἀπ’ τοὺς Γερμανοὺς στὴν κατοχή. Στὸ μέτωπο συνεχίζονται οἱ ἀκροβολισμοί, μὲ ἔκδηλη τὴν στάση ἀναμονῆς ἀπ’ τοὺς Ρώσους καὶ τὴν ἀναπλήρωση τῶν πολεμοφοδίων τους ἀπ’ τοὺς Οὐκρανούς, καθὼς διαμαρτύρονται, ὅτι ἐξαντλήθηκαν τὰ ἀποθέματά τους καὶ ζητοῦν νέες προμήθειες…