Ἡ βίαιη ἐπιδρομὴ ἐξάλλων ὀπαδῶν τοῦ Μπολσονάρο καὶ ἡ κατάληψη, γιὰ μερικὲς ὧρες, τοῦ Κοινοβουλίου καὶ τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστηρίου τῆς Βραζιλίας, τὴν προηγούμενη Κυριακή, κατὰ τοῦ προέδρου Λούλα, ἑρμηνεύθηκε ὡς ἀπόπειρα πραξικοπήματος· ὁ προηγούμενος πρόεδρος διαφοροποίησε τὴν θέση του, ἀπ’ τὴν Φλώριδα ὅπου βρίσκεται, ἀλλὰ ὁ ὑπουργός του Δικαιοσύνης συνελήφθη ὡς συμμέτοχός του. Ἡ ἐπιδρομὴ εἶναι σχεδὸν πανομοιότυπη μὲ τὴν πρὸ διετίας εἰσβολὴ στὸ Καπιτώλιο τῶν ὀπαδῶν τοῦ Ντόναλντ Τράμπ, μὲ τὰ γνωστὰ ἀποτελέσματα· οἱ δύο πολιτικοὶ εἶχαν στενὲς προσωπικὲς καὶ ἰδεολογικὲς σχέσεις, μὲ προέκτασή τους στὴν ὑποστήριξη τῆς βίας. Ἀλλά, ὁ Βραζιλιάνος πρόεδρος διέταξε τὴν εἰς βάθος διερεύνηση τῆς ἐπιδρομῆς καὶ τὴν ἐξέταση τῆς ἀνοχῆς ἢ συμπράξεως σὲ αὐτὴν πολλῶν ὑπηρεσιακῶν παραγόντων τῶν θεσμῶν· στὶς διεθνεῖς σχέσεις δεσμεύθηκε, ὅτι θὰ συμβάλει στὴν διεύρυνη τῆς ἀποστολῆς τῶν ΒΡΙΚΣ καὶ στὴν ἄμεση ἐνίσχυση τοῦ ρόλου τῶν Ἀναδυομένων παγκοσμίως.