Ἡ ἀναγνώριση τῆς σημαντικῆς οἰκονομικῆς ἀναπτύξεως τῆς χώρας καὶ τῆς μαζικῆς εἰσροῆς ξένων ἐπενδύσεων ἀρχίζει κι ἀπ’ τοὺς Ἡρακλεῖς τοῦ Ναπολεοντίσκου· τὰ σχετικὰ δημοσιεύματα εἶναι χαρακτηριστικὰ καὶ σχολιάζονται μόνο, ἐπειδὴ οἱ ἴδιοι ἕως χθὲς περιέγραφαν μὲ μελανὰ χρώματα τὴν οἰκονομία μας. Οἱ εἰρωνεῖες ὅμως τῶν τραπεζικῶν, ἐπενδυτικῶν καὶ ἐπιχειρησιακῶν κύκλων ἦταν καυστικότατες, μὲ εὐρύτατη κυκλοφορία στοὺς οἰκονομικοὺς παράγοντες, ὁπότε ὑποχρεώθηκαν σὲ ἀναδίπλωση, ἂν καὶ δὲν ἀναφέρουν τὸν ρόλο τῆς ψηφιακῆς μας ὀργανώσεως, ὡς τοῦ ἐφαλτηρίου, μὲ τὴν προσέλκυση ὡς μαγνήτου τῶν οἰκείων κεφαλαίων. Ἕνα πρᾶγμα διαπιστώνεται, ὅτι ὁ Ἕλληνας ἡλικιωμένος προσαρμόζεται στὶς ἠλεκτρονικὲς ὑπηρεσίες καλύτερα ἀπ’ τοὺς ἄλλους λαούς, ἐνῶ οἱ νέοι μας εἶναι πρῶτοι, χάρις στὴν ἑλληνικὴ γλῶσσα τῆς γιαγιᾶς κι ὄχι τοῦ ἐκπαιδευτικοῦ συστήματος καὶ τῶν ἡλεκτρονικῶν μέσων· αὐτὰ ὁμιλοῦν τὴν κοινοβαρβαρικὴ καὶ ὁδηγοῦν στὴν ἀλαλία τῶν παιδιῶν καὶ στὴν ἐξαχρείωσή τους, ἀλλὰ αὐτὸ τελειώνει.