Ἀνάκαμψη τῶν κεφαλαιαγορῶν

Ἡ ἀνάκαμψη τῶν κεφαλαιαγορῶν ἦταν γενική, καθὼς ἡ κρίση τῆς Σίλικον Βάλλεϋ περιορίζεται στὸν ψηφιακὸ κλάδο, ἐνῶ τὸ Χρηματιστήριο Ἀθηνῶν ἔκανε ἅλμα, 2,34% τοῦ γενικοῦ δείκτου, 4,11% τοῦ τραπεζικοῦ, μὲ συναλλαγὲς 140 ἑκατομμυρίων εὐρώ· ἡ ἐμπιστοσύνη τῶν ἀγορῶν πρὸς τὴν ἑλληνικὴ οἰκονομία ἐπιβεβαιώνεται, ὅπως κι ἡ πεποίθησή τους, ὅτι θὰ ἐξασφαλισθεῖ ἡ πολιτικὴ σταθερότης μὲ τὶς ἐκλογές. Οἱ ἐπενδυτὲς δὲν ἔχουν προσωπικὲς προτιμήσεις κι ἀκολουθοῦν μόνο τὴν ὀσμὴ τῶν συμφερόντων τους, ἀλλὰ καὶ τὶς πανταχοῦ διασυνδέσεις τους· ἡ σύντομη ἐπιφυλακτικότης μετὰ τὴν τραγωδία τῶν Τεμπῶν φαίνεται ὅτι ἔχει ἀρθεῖ καὶ δὲν ἀκολουθοῦν πλέον τὶς «συμβουλὲς» τοῦ κρατικοδιαίτου κεφαλαίου τους, γιὰ ὑπονόμευση τοῦ Κυριάκου Μητσοτάκη, προτιμοῦν τὶς ἐπενδύσεις τους. Ταυτοχρόνως ἀνακοινώνεται ἡ αὔξηση τοῦ κατωτάτου μισθοῦ στὰ 760-770 εὐρώ, ἔστω κι ἂν ἔχει πολιτικὴ μόνο βαρύτητα κι ὄχι οἰκονομική, καθὼς ἐλάχιστοι πληρώνονται στὴν πράξη μὲ τὸ συμβατικὸ ἡμερομίσθιο.