Ἡ τηλεμαχία ἔφερε στὴν κορυφὴ τῆς ἐπικαιρότητος τὸ θέμα τῶν συνταξιούχων, μὲ τὶς ὑποσχέσεις Κυριάκου Μητσοτάκη, γιὰ μετρημένες αὐξήσεις, καὶ τοῦ Ναπολεοντίσκου, γιὰ ἀποκατάσταση τῆς 13ης σύνταξης· στὴν ἐρώτηση, γιὰ τὸν ξυλοδαρμὸ τῶν συνταξιούχων κατὰ τὴν διακυβέρνησή του καὶ τὶς τόσες περικοπὲς δὲν ἀπάντησε καὶ τὰ ἀπέδωσε στὰ μνημόνια, ἀλλὰ τὰ κοινωνικὰ μέσα πῆραν φωτιὰ κι ἀπέδωσαν χαρακτηριστικὰ τὶς ἀντιδράσεις τοῦ κόσμου: «Ποῦ βρισκόταν, τότε ὁ ἀριστερὸς πρωθυπουργός;» «Ποιός ἔκλεισε τὶς τράπεζες κι ὑποχρέωσε τοὺς συνταξιούχους νὰ κλαῖνε στὰ σκαλοπάτια τους;» κι ἄλλα πολλά. Τὸ θέμα εἶναι, ὅτι σὲ περίοδο ἠρεμίας καὶ διαλόγου, οἱ κραυγὲς κι οἱ παχυλὲς ὑποσχέσεις δὲν ἔχουν ἀντίκρυσμα, ἐνῶ εἶναι διαφορετικὰ σὲ περίοδο ἐντάσεως καὶ πολωτικῆς ὑστερίας· ἡ οἰκονομικὴ ἀνάπτυξη τῆς χώρας εἶναι γεγονὸς ἀδιαμισβήτητο, ἀλλὰ αὐτὸ δὲν σημαίνει, ὅτι ἐπιτρέπονται κι οἱ παροχές, «ἀβέρτα κουβέρτα». Ὁ ἀκροατὴς κρίνει καὶ σταχυολογεῖ τὰ πάντα.