Μή μου διάββαλε τὴν ἀρετὴν

Λέγεται ὅτι κάποτε ὁ Ἀλέξανδρος ἀπάντησε στὴν Τύχη ἡ ὁποία ἀπέδιδε τὶς ἐπιτυχίες του στὴν εὔνοιά της κι ὄχι στὶς ἀρετές του∙ αὐτὸ ἐνοχλοῦσε πάρα πολὺ τὸν νεαρὸ βασιλέα, μὲ τὶς ἄπειρες φιλοδοξίες του. «Οἷμαι δ’ ἂν αὐτὸν εἰπεῖν πρὸς τὴν Τύχην τοῖς κατορθώμασιν αὑτοῦ ἐπιγράφουσαν»∙ νομίζω ὅτι αὐτὸς θὰ ἀπαντοῦσε στὴν Τύχη ὅταν αὐτὴ διεκδικοῦσε τὰ κατορθώματά του. «Μή μου διάβαλλε τὴν ἀρετὴν μηδ’ ἀφαιροῦ περισπῶσα τὴν δόξαν»∙ μὴ μοῦ κακολογεῖς τὴν ἀρετὴ καὶ μὴ μοῦ ἀφαιρεῖς μὲ σοφίσματα τὴν δόξα. «Δαρεῖος ἦν σὸν ἔργον, ὃν ἐκ δούλου καὶ ἀστάνδου βασιλέως κύριον Περσῶν ἐποίησας»∙ ὁ Δαρεῖος ἦταν ἔργο σου, τὸν ὁποῖο ἀπὸ ταχυδρόμου τοῦ βασιλέως τὸν ἔκανες κύριο τῶν Περσῶν. «Καὶ Σαρδανάπαλος, ᾧ τὸ διάδημα τῆς βασιλείας πορφύραν ξαίνοντι περιέθηκας»∙ καὶ ὁ Σαρδανάπαλος, στὸν ὁποῖο περιέβαλες τὸ διάδημα τῆς βασιλείας ἀπὸ τεχνήτη τῶν πορφυρῶν.