Τύχαις ὁρῶσα παντοδαπαῖς

Ὁ Κροῖσος παραενοχλήθηκε ἐπειδὴ ὁ Σόλων δὲν τὸν κατέταξε μεταξὺ τῶν εὐδαιμόνων παρὰ τὰ πλούτη του∙ ὁ Ἀθηναῖος ὅμως δὲν ἄλλαξε γνώμη καὶ ἀπάντησε: «Ἕλλησιν εἶπεν ὡς βασιλεῦ Λυδῶν, πρὀς τε τἆλλα μετρίως ἔχειν ὁ θεὸς ἔδωκε καὶ σοφίας τινὸς ἀθαρσοῦς»∙ στοὺς Ἕλληνες εἶπε ὧ βασιληᾶ τῶν Λυδῶν, ἀπ’τὸν θεὸ μᾶς δόθηκε νὰ εἴμαστε μετριόφρονες καὶ κάποιας σοφίας συγκρατημένης. «Ὡς ἔοικε, καὶ δημοτικῆς, οὐ βασιλικῆς οὐδὲ λαμπρᾶς ὑπὸ μετριότητος ἡμῖν μέτεστιν»∙ ὡς συνήθως, καὶ ἀναγνωρισμένης στοὺς πολλούς, ὄχι βασιλικὴ καὶ μεγαλοπρεπῆ μὲ μετριότητα μᾶς μεταφέρθηκε. «Ἣ τύχαις ὁρῶσα παντοδαπαῖς χρώμενον ἀεὶ τὸν βίον οὐκ ἐᾷ τοῖς παροῦσιν ἀγαθοῖς μέγα φρονεῖν»∙ ἡ ὁποία νὰ παρακολουθεῖ τῆς ζωῆς τὶς ποικιλότροπες ἐναλλαγὲς τῆς τύχης καὶ δὲν μᾶς ἀφήνει νὰ ὑπερβάλουμε στὰ προσωρινὰ ἀγαθά. «Οὐδὲ θαυμάζειν ἀνδρὸς εὐτυχίαν μεταβολῆς χρόνον ἔχουσαν»∙ οὔτε νὰ θαυμάζουμε τὴν εὐτυχία κάποιου ποὺ ὁ καιρὸς ἀλλάζει.