Τῶν Μουνυχίασι τεταγμένων

Ἡ ἐξέγερση τῶν Ἀθηναίων ἐπεκτεινόταν καὶ στὶς περιπόλους τοῦ Πειραιῶς, διότι φοβόντουσαν τὴν ἐπιστροφὴ τοῦ στόλου ἀπ’ τὴν Σάμο∙ οἱ μέρες τῆς ὀλιγαρχίας τῶν τετρακοσίων ἦταν μετρημένες. «Ξυνεπελάβοντο δὲ αὐτοῖς ἅμα καὶ ἄλλοι καὶ Ἕρμων τις τῶν περιπόλων τῶν Μουνυχίασι τεταγμένων ἄρχων»∙ ἀντιστέκονταν μαζί τους καὶ ἄλλοι ταυτοχρόνως καὶ κάποιος Ἕρμων ἀρχηγὸς τῶν περιπόλων στὴν Μουνυχία. «Τὸ δὲ μέγιστον, τῶν ὁπλιτῶν τὸ στῖφος ταῦτα ἐβούλετο»∙ τὸ σπουδαιότερο, τὸ πλῆθος τῶν ὁπλιτῶν ἔτσι σκεπτόταν. «Ὡς δὲ εἰσηγγέλθη τοῖς τετρακοσίοις (ἔτυχον δὲ ἐν τῷ βουλευτηρίῳ ξυγκαθήμενοι)»∙ μόλις ἀναγγέλθηκε στοὺς τετρακοσίους ( ἔτυχε δὲ νὰ συνεδριάζουν στὸ βουλευτήριο) . «Εὐθύς, πλὴν ὅσοις μὴ βουλομένοις ταῦτα ἦν»∙ ἀμέσως, ἐκτὸς ὅσων δὲν συμφωνοῦσαν μαζί τους. «Ἑτοῖμοι ἦσαν ἐς τὰ ὅπλα ἰέναι καὶ τῷ Θηραμένει καὶ τοῖς μετ’ αὐτοῦ ἠπείλουν»∙ ἦταν ἕτοιμοι γιὰ τὰ ὅπλα καὶ ἀπειλοῦσαν τὸν Θηραμένη καὶ τοὺς δικούς του.