Μετὰ τὴν κατάληψη τῆς Θεσσαλίας ἀπ’ τοὺς Πέρσες οἱ Λακεδαιμόνιοι κατέλαβαν τὰς Θερμοπύλας, μὲ χίλιους ἄνδρες καὶ συμμάχους, καὶ οἱ Ἀθηναῖοι τὸ Ἀρτεμίσιον, μὲ ἑξῆντα πλοῖα∙ ἤθελαν νὰ δείξουν στὸν Ξέρξη, ὅτι θὰ πολεμήσουν σκληρά γιὰ τὴν ἀνεξαρτησία τους. «Ταῦτα δὲ ποιεῖν ἐτόλμων οὐχ οὕτω τῶν πολεμίων καταφρονοῦντες ὡς πρὸς ἀλλήλους ἀγωνιῶντες»∙ αὐτὰ δὲ ἔκαναν ὄχι τόσο ἐπειδὴ περιφρονοῦσαν τοὺς ἐχθροὺς ὅσο γιατὶ ἀνταγωνίζονταν μεταξύ τους. «Λακεδαιμόνιοι μὲν ζηλοῦντες τὴν πόλιν τῆς Μαραθῶνι μάχης, καὶ ζητοῦντες αὑτοὺς ἐξισῶσαι»∙ οἱ μὲν Λακεδαιμόνιοι ἐπειδὴ ζήλευαν τὰς Ἀθήνας γιὰ τὴν μάχη στὸν Μαραθῶνα καὶ ἀναζητοῦσαν τρόπους νὰ ἀνταποδώσουν. «Καὶ δεδιότες μὴ δὶς ἐφεξῆς ἡ πόλις ἡμῶν αἰτία γένηται τοῖς Ἕλλησι τῆς σωτηρίας»∙ καὶ φοβόντουσαν μὴν τυχὸν δυὸ φορὲς ἡ πόλις μας γίνει αἰτία τῆς σωτηρίας τῶν Ἑλλήνων. Ἡ εὐγενὴς ἅμιλλα τῶν δύο μεγάλων πόλεων συγκρατοῦσε καὶ ὅλες τὶς ἄλλες μικρότερες.