Τὴν κατάσταση τῶν ἑλληνικῶν πόλεων μετὰ τὴν Ἀνταλκίδειο εἰρήνη ἀπεικονίζει ἄριστα ὁ Ἰσοκράτης εἰς τὸν «Πανηγυρικόν» τὸ 385 π.Χ, ἕνα ἔτος μετὰ τὴν ὑπογραφή της∙ οἱ Σπαρτιάτες, δέκα ἑπτὰ χρόνια μετὰ τὴν νίκη τους στὸ Πελοποννησιακὸ πόλεμο, ἐπέβαλαν τὴν πλήρη ὑποδούλωση τῶν Ἑλλήνων στὸν μεγάλο βασιλέα. «Οὐ βασιλέα τὸν μέγαν αὐτὸν ἀποκαλοῦμε, ὥσπερ αἰχμάλωτοι γεγονότες;» δὲν τὸν ἀποκαλοῦμε αὐτὸν μέγα (τὸν βασιλέα τῶν Περσῶν), σὰν νὰ εἴμαστε αἰχμάλωτοι; «Οὐκ ἐν τοῖς πολέμοις τοῖς πρὸς ἀλλήλοις ἐν ἐκείνῳ τὰς ἐλπίδας ἔχομεν τῆς σωτηρίας, ὃς ἀμφοτέρους ἡμᾶς ἡδέως ἂν ἀπολέσειεν;» καὶ στοὺς μεταξύ μας πολέμους δὲν ἐναποθέτουμε σὲ ἐκεῖνον τὶς ἐλπίδες ποὺ ἔχομε γιὰ τὴν σωτηρία μας, ὁ ὁποῖος εὐχαρίστως ἀμφοτέρους ἐμᾶς τοὺς ἀντιμαχόμενους θὰ ἤθελε νὰ ἐξαφανίσει; Εἶναι καυστικὸς ὁ φιλόσοφος, ἐκεῖ εἶχαν καταντήσει οἱ Ἕλληνες∙ ἦρθαν οἱ Μακεδόνες μιὰ γενιὰ μετὰ καὶ ἀποκατέστησαν τὴν τιμὴν τοῦ Ἑλληνισμοῦ.