Ἡ δεδομένη ἀνάδειξη τοῦ Ἐμμανουὲλ Μακρὸν στὴν προεδρία τῆς Γαλλίας καὶ ἡ ἐνίσχυση τοῦ γαλλογερμανικοῦ ἄξονος στὴν Εὐρωζώνη ἔχει τὸν πρῶτο ἀντίκτυπό της καὶ στὰ διεθνῆ θέματα∙ ἡ Εὐρώπη ἀποκτᾶ τὴν ἑνιαία της φωνή, μετὰ τὸν παραμερισμὸ τῆς Βρεταννίας, καὶ μᾶλλον δὲν δεσμεύεται τόσο ἀπ’ τὸν φιλοατλαντισμὸ τοῦ Φρανσουὰ Ὁλλάντ, μὲ τόσες συνέπειες τὰ τελευταῖα πέντε χρόνια. Στὰ εὐρωπαϊκὰ οἱ ἐπιπτώσεις εἶναι ἄμεσες, μὲ τὰ Μεσανατολικὰ στὴν κορυφή, ὅπου μᾶλλον ἀναμένεται οὐσιαστικὴ διαφοροποίησή της, μὲ ἀνάδειξη τῆς αὐτονόμου εὐρωπαϊκῆς παρουσίας∙ στὴν περίπτωση αὐτὴ ἐνισχύεται σημαντικὰ ὁ ἑλληνικὸς ρόλος, μὲ ἄμεση ἐπίδραση στὰ ἑλληνοτουρκικά. Στὴν Κορέα τὰ πράγματα ἐπιδεινώνονται ἀρκετά, ἐνῶ συνεχίζονται οἱ ἀντεγκλήσεις Πιὸνγκ Γιὰνγκ καὶ Οὐάσιγκτον. Ὁ ρόλος τῆς Κίνας καὶ τῆς Ρωσίας εἶναι ὁ καθοριστικὸς στὴν ἀντιμετώπιση τοῦ στρατοκρατικοῦ καθεστῶτος∙ ἡ βία μᾶλλον ἀποκλείεται, διότι καὶ τὸ παράδειγμα τῶν χημικῶν ὅπλων στὴ Συρία ἀποτελεῖ κακὸ προηγούμενο.