Ὁ βασιλεὺς Ἀρταξέρξης εἶχε θαυμάσει μὲν τὴν νίκη τῶν Ἑλλήνων μισθοφόρων τοῦ Κύρου στὰ Κούναξα, κατὰ τῶν ἀπέναντί τους Περσῶν, ἀλλὰ εἶχε πιστέψει ὅτι εὔκολα ἠδύνατο ἐξοντώσειν αὐτούς∙ ἔτσι κατέστρωσε τὸ σχέδιο δολοφονίας τῶν στρατηγῶν τους, μὲ πρῶτον τὸν Σπαρτιάτη Κλέαρχο. «Τοσοῦτον αὐτοὺς ἥττων ἦσαν, ὥστ’ ὁ βασιλεὺς ἀπορήσας τοῖς παροῦσι πράγμασι»∙ τόσο ἦταν κατώτεροι οἱ Πέρσες τῶν Ἑλλήνων, ὥστε ὁ βασιλεὺς ἐπειδὴ ἐξεπλάγη ἀπ’ τὶς τρέχουσες ἐξελίξεις, ὀλίγες χιλιάδες Ἕλληνες νὰ νικήσουν δεκάδες χιλιάδες δικούς του. «Καὶ καταφρονήσας τῆς περὶ αὑτὸν δυνάμεως τοὺς ἄρχοντας τοὺς τῶν ἐπικούρων ὑποσπόνδους συλλαβεῖν ἐτόλμησεν»∙ καὶ ἐπειδὴ καταφρόνησε τὶς δικές του δυνάμεις ἐτόλμησε νὰ συλλάβει τοὺς ἀρχηγοὺς τῶν Ἑλλήνων μισθοφόρων, παρ’ ὅλο ὅτι εἶχε κάνει σπονδὲς μαζί τους. «Ὡς εἰ τοῦτο παρανομήσειε συνταράξων τὸ στρατόπεδον»∙ ὅτι ἐὰν παρανομήσει σὲ αὐτὸ θὰ διαλύσει τὸ στρατόπεδο. Ἀπέτυχε, διότι οἱ Ἕλληνες ἐξέλεξαν νέους στρατηγούς.