Οἱ Πέρσες γνώριζαν ἄριστα ὅτι, ἡ μεγάλη καὶ μοναδικὴ ἀπειλὴ κατὰ τῆς μεγαλυτέρας αὐτοκρατορίας ποὺ εἶχε γνωρίσει ὥς τότε ὁ κόσμος, ἦταν ἡ ἑλληνικὴ δημοκρατία∙ μὲ τὶς ἄλλες μεγάλες χῶρες, ὅπως ἡ Αἴγυπτος καὶ τὰ βασίλεια τῶν Ἰνδιῶν ἦταν σύγκρουση ἴδιας μορφῆς ἐξουσίας, χωρὶς τὴν ἀπειλὴ στὴν ὀργάνωση τοῦ κράτους των. «Περὶ τίνας δ’ ἡμῶν οὐκ ἐξημαρτήκασιν;» γιὰ ποιοὺς ἀπὸ ἐμᾶς δὲν ἔκαναν λάθος; «Ποῖον δὲ χρόνον διαλελοίπασιν ἐπιβουλεύοντες τοῖς Ἕλλησιν;» ποιὸν χρόνο δὲ ἄφησαν χαμένο χωρὶς νὰ ἐπιβουλεύονται τοὺς Ἕλληνες; «Τί δ’ οὐκ ἐχθρὸν αὐτοῖς ἐστι τῶν παρ’ ἡμῖν, οἳ καὶ τὰ τῶν θεῶν ἕδη καὶ τοὺς νεὼς συλᾶν ἐν τῷ προτέρῳ πολέμῳ καὶ κατακαίειν ἐτόλμησαν;» Ποιὰ δὲ δὲν θεώρησαν ἐχθρικὴ ἀπ’ τὶς δικές μας πολιτικὲς ἀξίες, οἱ ὁποῖοι καὶ τοὺς θρόνους τῶν θεῶν καὶ τοὺς ναοὺς ἐσύλησαν κατὰ τὸν προηγούμενο πόλεμο καὶ τόλμησαν κατακαῦσαι αὐτούς.