Μὲ τὸν ὕμνο τῶν ἀνδρῶν ἐκείνων ποὺ θὰ ἀναλάβουν τὴν ἐκστρατεία τῆς καταλύσεως τῆς περσικῆς αὐτοκρατορίας κλείνει ὁ Ἰσοκρἀτης τὶς παραινέσεις του πρὸς τοὺς Ἕλληνες μὲ τὸν «Πανηγυρικό» του ἀμέσως μετὰ τὴν σύναψη ἀπ’ τοὺς Σπαρτιάτες τῆς Ἀνταλκιδείου εἰρήνης∙ ἦταν ἡ μετὰ τὸν Πελοποννησιακὸ πόλεμο σπαρτιατικὴ ἡγεμονία, μὲ τὴν ἔκπτωση τοῦ πολιτικοῦ ἤθους στὸν Ἑλληνισμό. «Τίς γὰρ ἢ τῶν ποιεῖν δυναμένων ἢ τῶν λέγειν ἐπισταμένων οὐ πονήσει καὶ φιλοσοφήσει βουλόμενος;» Ποιός ἢ ἀπὸ ὅσους δύνανται νὰ ἀναλάβουν πρωτοβουλία ἢ τῶν ἱκανῶν γιὰ συμβουλὲς δὲν θὰ ἐπιθυμήσει νὰ συμπονέσει καὶ νὰ φιλοσοφήσει; «Ἅμα τῆς θ’αὑτοῦ διανοίας καὶ τῆς ἐκείνων ἀρετῆς μνημεῖον εἰς ἅπαντα τὸν χρόνον καταλιπεῖν;» Ταυτοχρόνως μὲ τὴν ἀπόφασή του καὶ τὴν ἀρετὴ τῶν ἀνδρῶν νὰ ἀφήσει ὄνομα στὸν αἰῶνα τὸν ἅπαντα; Ἦρθε τελικὰ ὁ καιρός, ἀλλὰ μὲ τὴν μακεδονικὴ ἡγεμονία καὶ τὸν Ἀλέξανδρο ἡγέτη ὅλων.