Οἱ φόβοι διαψεύσεως τῆς ἐπιτυχίας τῆς οὐκρανικῆς ἀντεπιθέσεως εἶναι διάχυτοι στοὺς σοβαροὺς εὐρωπαϊκοὺς διπλωματικοὺς κύκλους· κλείνει μία ἑβδομάδα ἀπ’ τὴν ἔναρξή της κι ἡ πρόοδος τῶν οὐκρανικῶν στρατευμάτων εἶναι ἐλάχιστη καὶ περιορισμένη σὲ ὁριακὰ σημεῖα, ἐνῶ ἀντιθέτως στὰ κύρια μέτωπά της ἔχει ἀποκρουσθεῖ καὶ μὲ σοβαρὲς ἀπώλειες, σὲ ἀνθρώπους, θωρακισμένα κι ἄλλα πολεμικὰ μέσα, ἀλλὰ καὶ θέσεων. Οἱ προοπτικὲς διαγράφονται δυσοίωνες ἀπ’ τοὺς ἀντικειμενικοὺς παρατηρητές, καθὼς ἐπαναλαμβάνεται ἡ λιποταξία στὶς τάξεις τοῦ οὐκρανικοῦ στρατοῦ, ἀκόμη καὶ τῶν ἐπιλέκτων μονάδων του, ἀλλὰ καὶ ἡ διαρροή τους στὶς γειτονικὲς χῶρες, μὲ πρώτη τὴν Ρουμανία. Ἡ πληθώρα τῶν νατοϊκῶν ἐπιτελῶν, κυρίως Ἀμερικανῶν καὶ Βρεταννῶν, ἀποβαίνει περισσότερο διασπαστικὸς παράγων, ἰδιαιτέρως μεταξὺ τῶν ρωσοφώνων καὶ ὀρθοδόξων στρατιωτῶν της οἱ ὁποῖοι τοὺς θεωροῦν ὡς προστάτες τῶν Καθολικῶν, Οὐνιτῶν καὶ ναζιστικῶν ὁμάδων τοῦ καθεστῶτος. Αὐτοὶ ὅμως ἀποτελοῦσαν πάντοτε τὶς δυναμικὲς ὁμάδες τοῦ στρατοῦ της.