Ὑπὸ τῶν Κύρῳ συναναβάντων

Ὁ Ἀγησίλαος τὸ 395 π.Χ. θὰ εἶχε καταλάβει τὴν Καπαδοκία, ἂν δὲν ἀνεκαλεῖτο στὴν Ἑλλάδα ἀπ’ τοὺς ἐφόρους∙ εἶχαν ἀποδείξει οἱ Ἕλληνες ὅτι ἦταν πολὺ ἀνώτεροι ἀπὸ στρατιωτικῆς πλευρᾶς ἀπ’ τοὺς Πέρσες καὶ αὐτὸ ἐνοχλοῦσε πολλούς, βλέποντες τοὺς μεταξύ τους πολέμους μὲ περσικὰ χρήματα. «Καὶ μὴν οὐδὲ τὴν στρατιὰν τὴν μετὰ τοῦ βασιλέως περιπολοῦσαν, οὐδὲ τὴν Περσῶν ἀνδρίαν ἄξιον φοβηθῆναι»∙ διότι οὔτε τὴν στρατιὰ ποὺ περιπολοῦσε μὲ τὸν βασιλέα τους, οὔτε τὴν ἀνδρία τῶν Περσῶν ἐλάμβαναν ὑπ’ ὄψιν τους. «Καὶ γὰρ ἐκεῖνοι φανερῶς ἐπεδείχθησαν ὑπὸ τῶν Κύρῳ συναναβάντων οὐδὲν βελτίους ὄντες τῶν ἐπὶ θαλάττῃ»∙ διότι καὶ ἐκεῖνοι ὁλοφάνερα ἀπεδείχθησαν ἀπ’ τοὺς μυρίους τῆς ἐκστρατείας τοῦ Κύρου, ὅτι δὲν εἶναι καλύτεροι ἀπὸ ὅσους πολεμοῦν στὶς παραθαλάσσιες περιοχές. Οἱ μύριοι, παρὰ τὸν θάνατο τοῦ Κύρου καὶ τὴν δολοφονία τοῦ στρατηγοῦ τους Κλεάρχου, ὑπὸ τὸν Ξενοφῶντα ἐπέστραψαν στὴν Ἑλλάδα.