Ὁ Ἀρταξέρξης, μετὰ τὸν θάνατον τοῦ ἀδελφοῦ του Κύρου στὴν παρὰ τὰ Κούναξα μάχην, καὶ τὴν ἄνανδρη δολοφονία τῶν στρατηγῶν τους πίστεψε ὅτι θὰ ἐλέγξει τοὺς Ἕλληνες μισθοφόρους∙ αὐτοὶ ὅμως, μόνοι τους στὴν καρδιὰ τῆς περσικῆς αὐτοκρατορίας, δὲν παρεδόθησαν καὶ ἐξέλεξαν στρατηγὸν τὸν Ξενοφῶντα. «Καὶ μᾶλλον εἵλετο περὶ τοὺς θεοὺς ἐξαμαρτεῖν ἢ πρὸς ἐκείνους ἐκ τοῦ φανεροῦ διαγωνίσασθαι»∙ καὶ συνελήφθη νὰ ἀπογοητεύεται ἀπ’ τοὺς θεοὺς παρὰ τοῦ νὰ ἔλθει σὲ εὐθὺ ἀνταγωνισμὸ πρὸς τοὺς Ἕλληνες. «Διαμαρτὼν δὲ τῆς ἐπιβουλῆς, καὶ τῶν στρατιωτῶν ἐμμεινάντων καὶ καλῶς ἐνεγκόντων τὴν συμφοράν»∙ ἐπειδὴ ὅμως διαψεύσθηκε στὴν ἐπιβουλή του καὶ οἱ στρατιῶτες ἔμειναν πιστοὶ στὴν ἀνεξαρτησία τους καὶ ἀντιμετώπισαν καλῶς τὴν συμφορά τους. Ἡ κάθοδος τῶν μυρίων ἄρχισε, σὲ ἄγνωστα καὶ ὀρεινὰ μέρη, γιὰ νὰ ἀποφεύγουν τὶς ἐπιθέσεις τοῦ περσικοῦ ἱππικοῦ∙ ἀπ’ τὸ σημερινὸ ὀρεινὸ Κουρδιστὰν βάδισαν πρὸς τὸν Εὔξεινο Πόντο.