Ὅλοι οἱ Ἕλληνες εἶχαν αἰσθανθεῖ τὴν αἰσχίστη προσβολὴ ἀπ’ τὴν ταπεινωτικὴ Ἀνταλκίδειο εἰρήνη, ἔστω κι ἂν οἱ ἀντιδράσεις τῶν ἡγεσιῶν τῶν πόλεων δὲν ἦταν ἀνάλογες∙ ὁ Ἑλληνισμὸς μόλις εἶχε ἐξέλθει ἀπ’ τὸν τριακονταετῆ σχεδὸν Πελοποννησιακὸ πόλεμο, μὲ βαθειὰ τὰ τραύματα στὴν ψυχολογία καὶ στὸ ἦθος τῶν πολιτῶν του, ἦταν ἄλλοι ἄνθρωποι αὐτοὶ σὲ σύγκριση μὲ τοὺς προπολεμικούς. «Ἡμᾶς δ’ ὅλης τῆς Ἑλλάδος ὑβριζομένης μηδεμίαν ποιήσασθαι κοινὴν τιμωρίαν»∙ σὲ ἐμᾶς δέ, τοὺς διαμαρτυρομένους κατὰ τῆς συνθήκης, ἐνῶ ὅλη ἡ Ἑλλάς ὑφίσταται τὴν ὕβριν της δὲν μᾶς ἐπιβλήθηκε καμμία τιμωρία. «Ἐξὸν ἡμῖν εὐχῆς ἄξια διαπράξασθαι»∙ ἀλλὰ ἐμεῖς θεωρούμαστε ἀπ’ τοὺς λαοὺς ὅτι ἄξια ἔργα διαπράττουμε. «Μόνος γὰρ οὗτος ὁ πόλεμος εἰρήνης κρείττων ἐστί, θεωρίᾳ μὲν μᾶλλον ἢ στρατείᾳ προσεοικώς»∙ διότι μόνος αὐτὸς ὁ πόλεμος κατὰ τῶν Περσῶν εἶναι προτιμότερος ἀπ’ τὴν εἰρήνη, ἐπειδὴ ἡ δικαιολόγησή του εἶναι αὐταπόδεικτη πλέον.