Τὸ τελευταῖο Εὐρωπαϊκὸ Συμβούλιο ἔδειξε ὅτι ἡ δοκιμασία τῆς ἑνότητός του διαρκεῖ ἀρκετά, ὡς φυσικὴ συνέπεια∙ στὸ θέμα τῆς κατανομῆς τῶν προσφύγων δὲν ἐπῆλθε συμφωνία, διότι, Πολωνία, Τσεχία καὶ Οὐγγαρία, δὲν ὑποχώρησαν καὶ ἀρνοῦνται τὴν ποσοτικὴ κατανομὴ τῶν κυνηγημένων, ὅταν πρὸ εἰκοσιπενταετίας γίνονταν δεκτοὶ μὲ ἀντοικτὰς ἀγκάλας στὴν Δυτικὴ Εὐρώπη. Στὰ ὑπόλοιπα ὅμως σημειώθηκε ἱκανοποιητικὴ πρόοδος, ὅπως στὴν ὑπογραγὴ τῆς συστάσεως Ἑνιαίας Ἀρχῆς Ἀμύνης καὶ τῆς διαθέσεως τῶν πρώτων κονδυλίων, ὅπως καὶ στὴν προώθηση τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ Νομισματικοῦ Ταμείου καὶ τοῦ διορισμοῦ ὑπουργοῦ Οἰκονομικῶν τῆς Εὐρωζώνης∙ ὁ γαλλογερμανικὸς ἄξων πρωτοστάτησε στὰ θέματα αὐτά, παρὰ τὴν Ἀγκέλα Μέρκελ σὲ ὑπηρεσιακὴ κατάσταση, ἀλλὰ ἡ καγκελάριος τόλμησε. Ἡ πρόοδος στὸ Brexit δὲν ἦταν ἱκανοποιητική, διότι ἡ Βρεταννία δὲν ἔχει ἀποφασίσει τί ἀκριβῶς θέλει∙ ἡ πρωθυπουργός της εἶναι μετέωρη, μετὰ τὴν ἧττα της στὴν Βουλὴ τῶν Κοινοτήτων γιὰ τὸν μηχανισμὸ τῆς ἐξόδου.