Οἱ ἀντιδράσεις τῶν ἀμερικανικῶν πολυεθνικῶν πρὸς τὴν ἐπίσημη ψυχροπολεμικὴ πολιτικὴ τῆς Οὐάσιγκτον συνεχίζεται καὶ μάλιστα μὲ τὴν διευρυνόμενη συναργασία τους μὲ κινεζικὲς καὶ ρωσικὲς ἑταιρεῖες∙ οἱ λόγοι εἶναι πολλοί: πρῶτος, ἡ ἀγνόησή της σχεδὸν ἀπ’ τὴν ἐσωτερικὴ κοινὴ γνώμη, καθὼς ὅλοι τους οἱ Ἀμερικανοὶ χρησιμοποιοῦν κατὰ κόρον διαρκῆ κινεζικὰ παραγωγικὰ καὶ καταναλωτικὰ ἀγαθά, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι εὔκολο ἀναζητῆσαι σὲ ἄλλες ἀγορές∙ δεύτερος, ἡ στενὴ συνεργασία καὶ παραγωγικὴ σύνδεση τῶν ἑταιρειῶν αὐτῶν μὲ κινεζικὲς καὶ ρωσικές, ἀναπόφευκτη ἄλλωστε στὴν ψηφιακὴ ἐποχή∙ τρίτος, ἡ ἀδυναμία τῆς ἀμερικανικῆς παραγωγῆς, κυρίως βιομηχανικῆς, νὰ ἀνταποκριθεῖ στὶς ἀνάγκες της, μὲ τὴν ἀπαρχαίωση τῆς ὑποδομῆς της, ἀφοῦ ἀκόμη καὶ τὸ πρόγραμμα, γιὰ τὸν ἐκσυγχρονισμό της δὲν ἔχει ἐγκριθεῖ ἀπ’ τὸ Κογκρέσσο. Ἐὰν ἐφαρμοσθεῖ ὁ ἀποκλεισμός τους, τότε ἡ κρίση στὴν ἀμερικανικὴ οἰκονομία θὰ εἶναι ἡ τρισχειρότερη στὴν μεταπολεμικὴ ἐποχή. Αὐτὰ ἐπικαλοῦνται οἱ πολυεθνικὲς ἑταιρεῖες.