Ἡ ἐπίθεση, κατὰ τοῦ Κυριάκου Μητσοτάκη, τοῦ Ταχὶπ Ἐρντογάν, μὲ ἀήθεις χαρακτηρισμοὺς μάλιστα, ἑρμηνεύθηκε ἀπ’ τοὺς διπλωματικοὺς κύκλους, ὡς ἀπόδειξη σοβαροῦ προβλήματος· ἦταν γνωστός, ὡς ἰδιόρυθμος καὶ μὲ ἀκραῖες ἀντιδράσεις, ἀλλὰ ὄχι σὲ τέτοιο βαθμό. Οἱ συνομιλίες μεταξὺ τῶν ἡγετῶν σημαίνουν, ἀναγνώριση τῆς ἐκλογῆς ἑκάστου, καὶ μάλιστα ἀνεξαρτήτως τῆς μεθοδεύσεώς της· ἡ Ἀθήνα ἔχει τὸν πρωθυπουργό της κι ἡ Ἄγκυρα τὸν πρόεδρό της κι αὐτοὶ συνομιλοῦν ἢ ὄχι μεταξύ τους, δὲν ἐπιβάλει ἡ μία πρωτεύουσα τὸν ἡγἐτη τῆς ἄλλης. Ὁπωσδήποτε ἀναγνωρίζεται, ὅτι αἰσθάνεται ἀσφυκτικὴ τὴν ἀπομόνωσή του, ἐνῶ καὶ τὰ σχέδιά του, εἰσβολῆς στὴν Συρία, δὲν εἶναι βέβαιο, ὅτι εἶναι ἐφικτά, ἐπειδὴ χρειάζεται τὴν ἔγκριση τῆς Μόσχας. Ἀλλά, μᾶλλον ἀποκλείεται αὐτὴ νὰ δοθεῖ, κατὰ τὰ δεδομένα…