Ὁ Ξέρξης εἶχε ἐπιχειρήσει τὴν ἐκστρατεία του κατὰ τῆς Ἑλλάδος μὲ τὴν μεγαλύτερη στρατιὰ ποὺ εἶχε ὀργανωθεῖ ὥς τὴν ἐποχή του, ἕνα ἑκατομμύριο στρατὸ καὶ δύο χιλιάδες πλοῖα∙ τὸ θεωροῦσε προσβλητικὸ αὐτὸς ὁ μικρὸς λαὸς νὰ μὴν ὑποτάσσεται στὴν παγκόσμια κυριαρχία του. «Περὶ οὗ τίς οὐχ’ ὑπερβολὰς προθυμηθεὶς εἰπεῖν ἐλάττω τῶν ὑπαρχόντων εἴρηκεν;» γιὰ τὸν ὁποῖο ὅποιος κι ἂν πεῖ ὑπερβολὲς ὀλιγώτερα ἀπ’ ὅσα ἔχουν λεχθεῖ θὰ εἶναι; «Ὅς εἰς τοσοῦτον ἦλθεν ὑπερηφανίας, ὥστε μικρὸν ἡγησάμενος ἔργον εἶναι τὴν Ἑλλάδα χειρώσασθαι»∙ ὁ ὁποῖος σὲ τέτοιο βαθμὸ ἔφθασε ὑπερηφανείας, ὥστε πίστεψε ὅτι εἶναι μικρῆς σημασίας ἔργο ἡ ὑποταγὴ τῆς Ἑλλάδος. «Βουληθεὶς δὲ τοιοῦτον μνημεῖον καταλιπεῖν ὃ μὴ τῆς ἀνθρωπίνης φύσεώς ἐστιν»∙ καὶ ἤθελε τέτοιο μνημεῖο νὰ ἀφήσει ποὺ δὲν ἴδιο τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως. Ἦταν σὲ ὅλα ἄνισος ὁ ἀγὼν καὶ προδεδικασμένη ἐθεωρεῖτο ἡ νίκη γιὰ τὸν περσικὸ στρατό.